«Μια ανθρωπότητα που δεν βρίσκει τον τρόπο να ξαναφτιάξει τον κόσμο γύρω της, βρίσκει τον τρόπο να γεράσει, και πολύ γρήγορα μάλιστα!» (O.Eλύτης)


Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Θέλει Αρετή και Τόλμη η Ελευθερία!

Ήταν ωραίο παιδί.
Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε· Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του· Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα... Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
Ήταν γερό παιδί
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης, Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο Nα βάφει τα λουλούδια Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν... Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...
Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι (Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του) Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του ―Φωτιά στην άνομη φωτιά!― Με το αίμα πάνω από τα φρύδια Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας Δεν έκλαψαν Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα Kι η απορία μαρμάρωσε...
Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη. Αιώνες μαύροι γύρω του Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή. Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα Xωρίς άλλα κεριά Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη· Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια― Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση! Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του- Aπό πού του ’φυγε η ζωή.
Μην πείτε πώς Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι με μιάς τον κόσμο!
(Απόσπασμα από "Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας "Ο.Ελύτης)


Παιδιά της Ελλάδος παιδιά...




...Μες τους δρόμους τριγυρνάνε, οι μανάδες και ζητάνε ν' αντικρίσουνε τα παιδιά τους π' ορκιστήκαν, στο σταθμό σαν χωριστήκαν να γυρίσουνε!

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά...

Θέλει Αρετή και Τόλμη η Ελευθερία!



Δεν υπάρχουν σχόλια: